σιά

ἡ, Α
(λακων. λ.) η θεά («τὰν κάν... τὰν κρατίσταν Χαλκίοικον ὕμνει», Αριστοφ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σία — Ν 1. ναυτ. παράγγελμα τής κωπηλασίας σε εκτέλεση τού οποίου οι κωπηλάτες λάμνουν κατ αντίθετη φορά, με σκοπό την ανακοπή τής πορείας τής λέμβου 2. φρ. «σία κι αράξαμε» (με ειρωνική και μτφ. σημ. και, κυρίως, όταν πρόκειται για έργα ή λόγια άστοχα …   Dictionary of Greek

  • σία — σίον water parsnip neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόνα — σιᾱγόνα , σιαγών jaw bone fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόνας — σιᾱγόνας , σιαγών jaw bone fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόνες — σιᾱγόνες , σιαγών jaw bone fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόνι — σιᾱγόνι , σιαγών jaw bone fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόνος — σιᾱγόνος , σιαγών jaw bone fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόνων — σιᾱγόνων , σιαγών jaw bone fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόσι — σιᾱγόσι , σιαγών jaw bone fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαγόσιν — σιᾱγόσιν , σιαγών jaw bone fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.